πόρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρτα πόρτες
γενική πόρτας πορτών
αιτιατική πόρτα πόρτες
κλητική πόρτα πόρτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόρτα < ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική κοινή, porta "καστρόπορτα"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόρτα θηλυκό

  1. κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμενου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
    η πόρτα της κουζίνας
  2. (γενικότερα) η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει
    η πόρτα του αυτοκινήτου

Υποκοριστικά[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]