ράβδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥάβδος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράβδος ράβδοι
γενική ράβδου ράβδων
αιτιατική ράβδο ράβδους
κλητική ράβδε ράβδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ράβδος < αρχαία ελληνική ῥάβδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ράβδος θηλυκό

  1. (καθαρεύουσα) ραβδί, επίμηκες κυλινδρικό κομμάτι ξύλου (ή άλλου υλικού)· στην καθομιλουμένη υπονοείται κυρίως το ραβδί ως μέσο σωματικής τιμωρίας
    όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος
  2. επίμηκες εξάρτημα στολής, συχνά διακοσμημένο, ως διακριτικό βαθμού ή εκκλησιαστικού αξιώματος
    ποιμαντορική ράβδος (πατερίτσα)
  3. επίμηκες, μεταλλικό συνήθως, εξάρτημα μηχανών
  4. ποσότητα μετάλλου σε τυποποιημένο μέγεθος και σχήμα
    ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]