ράμφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

ένα πουλί αρπάζει την τροφή του με το ράμφος
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράμφος ράμφη
γενική ράμφους ραμφών
αιτιατική ράμφος ράμφη
κλητική ράμφος ράμφη

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ράμφος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈɾaɱ.fɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ράμφος ουδέτερο

  • κεράτινο στοματικό όργανο των πτηνών με το οποίο αρπάζουν τροφή ή άλλα αντικείμενα· χρησιμοποιείται επίσης για περιποίηση και για άμυνα ή επίθεση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες