ράσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράσο ράσα
γενική ράσου ράσων
αιτιατική ράσο ράσα
κλητική ράσο ράσα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ράσο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ράσο ουδέτερο

  1. μακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς
  2. η ιδιότητα του ιερέα

[] Εκφράσεις

  • το ράσο δεν κάνει τον παπά: η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι αρκετή, απαιτείται και ο ανάλογος χαρακτήρας για να ανταποκρίνεται κάποιος στην αποστολή του

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες