ράχη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ράχη | ράχες |
| γενική | ράχης | ραχών |
| αιτιατική | ράχη | ράχες |
| κλητική | ράχη | ράχες |
Ετυμολογία [
]
- ράχη < αρχαία ελληνική ῥάχις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ράχη θηλυκό
- η πλάτη (του ανθρώπου)
- το αντίστοιχο μέρος του σώματος των σπονδυλωτών
- (κατ' επέκταση) το τμήμα του ρούχου που καλύπτει την πλάτη
- (κατ' επέκταση) η πίσω κυρτή πλευρά διάφορων αντικειμένων
- η ράχη της πολυθρόνας
- (για βιβλία) η πίσω στενή πλευρά ενός βιβλίου, εκεί όπου ενώνονται τα φύλλα του· είναι κατασκευασμένη από το ίδιο υλικό με το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο και αναγράφει συνήθως τον τίτλο του βιβλίου και τον συγγραφέα
- η κορυφογραμμή
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
ράχη