ρήγας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ρήγας | ρηγάδες |
| γενική | ρήγα | ρηγάδων |
| αιτιατική | ρήγα | ρηγάδες |
| κλητική | ρήγα | ρηγάδες |
Ετυμολογία [
]
- ρήγας < μεσαιωνική ελληνική < μεταγενέστερη ελληνική ῥήξ < λατινική rex (τίτλος του βασιλιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ρήγας αρσενικό, ρήγισσα και ρήγαινα θηλυκό
- ο βασιλιάς, ο ανώτατος άρχοντας
συνώνυμα: αυτοκράτορας, μονάρχης, τύραννος
- "νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ' αγγόνι" (νανούρισμα)
- ένα από τα τραπουλόχαρτα, το οποίο φέρει την εικόνα ενός βασιλιά
[
]
Μεταφράσεις [
]
ο βασιλιάς