ρήτορας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρήτορας ρήτορες
γενική ρήτορα ρητόρων
αιτιατική ρήτορα ρήτορες
κλητική ρήτορα ρήτορες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ρήτορας < αρχαία ελληνική ῥήτωρ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈɾi.tɔ.ɾas/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ρήτορας αρσενικό

  1. ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς
  2. ο ικανός ομιλητής
  3. ο δάσκαλος της ρητορικής τέχνης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες