ρίγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ρίγος | ρίγη |
| γενική | ρίγους | ριγών |
| αιτιατική | ρίγος | ρίγη |
| κλητική | ρίγος | ρίγη |
[
]
Ετυμολογία
- ρίγος < αρχαία ελληνική λέξη ῥῖγος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ρίγος ουδέτερο
- έντονο τρέμουλο ή ανατριχίλα που διαπερνά το σώμα εξαιτίας μεγάλης σωματικής έντασης (ως σύμπτωμα κούρασης) ή ψυχικής φόρτισης (ως εκδήλωση συγκίνησης ή οργής) ή μεγάλου ψύχους (ως σύμπτωμα πυρετού)