ρίζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ριζά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρίζα ρίζες
γενική ρίζας ριζών
αιτιατική ρίζα ρίζες
κλητική ρίζα ρίζες
μερικές ρίζες(1) του δέντρου φαίνονται και πάνω από το έδαφος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ρίζα < αρχαία ελληνική ῥίζα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ρίζα θηλυκό

  1. το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα
    μερικά λαχανικά, όπως το καρότο, είναι ρίζες και όχι καρποί
  2. (γλωσσολογία) το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα
    το αρχικό τμήμα γραφ-, που απ' αυτό παράγονται με ποικίλους μορφοφωνολογικούς κανόνες όλες οι λέξεις της ομάδας αυτής, λέγεται ρίζα
  3. η πηγή, η προέλευση, η αιτία
    τη ρίζα του προβλήματος την ξέρουμε όλοι
    αυτή η παράδοση έχει τις ρίζες της στον 12ο αιώνα
  4. σχέσεις, δεσμοί, αισθήματα που δένουν κάποιον σε έναν τόπο
    έβγαλε ρίζες στο εξωτερικό και δεν λέει να γυρίσει εδώ παρά για λίγο
  5. το κατώτερο μέρος, η βάση
    το χωριό βρίσκεται στις ρίζες του βουνού
  6. (μαθηματικά) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή μιας συνάρτησης
    μια συνάρτηση μπορεί να μην έχει καμία ρίζα
  7. (μαθηματικά) (ειδικότερα) αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή της συνάρτησης χ στην νιοστή (χν)
    η τετραγωνική ρίζα του δύο είναι άρρητος αριθμός
    η τρίτη ρίζα του 9 είναι το 3
    η τετραγωνική ρίζα του x συμβολίζεται απλά με: \sqrt{x}
  8. (χημεία) ομάδα ατόμων που δεν υφίσταται μεταβολή στη διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης
    Η νιτρική ρίζα (NO-3) αποτελείται από ένα άτομο αζώτου και τρία άτομα οξυγόνου και είναι φορτισμένη αρνητικά

32πχ Μεταφράσεις[]