ρατσιστής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ρατσιστής | ρατσιστές |
| γενική | ρατσιστή | ρατσιστών |
| αιτιατική | ρατσιστή | ρατσιστές |
| κλητική | ρατσιστή | ρατσιστές |
[
]
Ετυμολογία
- ρατσιστής < ρατσισμός
[
]
Ουσιαστικό
ρατσιστής αρσενικό, ρατσίστρια θηλυκό
- ο οπαδός του ρατσισμού, αυτός που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
- αυτός που χαρακτηρίζεται από προκατάληψη εναντίον αυτών που δεν ανήκουν στην υποτιθέμενη "ανώτερη" φυλή ή των ατόμων που ανήκουν σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες