ρευστό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ουσιαστικό
ρευστό ουδέτερο
- φυσικό σώμα σε υγρή ή αέρια κατάσταση
- το διαθέσιμο χρήμα, τα μετρητά, σε αντιπαράθεση με άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως η γη
- δεν έχω ρευστό πάνω μου και δεν μπορώ να πάω πουθενά
[
]
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
ρευστό