ρεύομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ρεύομαι < αρχαία ελληνική ἐρεύγομαι
Ρήμα [
]
ρεύομαι, παρατ.: ρευόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα ρευτώ, αόρ.: ρεύτηκα
- αποβάλλω θορυβωδώς από το λάρυγγα και το στόμα αέρια του στομάχου
- μη ρεύεσαι μπροστά σε όλον τον κόσμο