ρητορικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητορικός | ρητορική | ρητορικό |
| Γενική | ρητορικού | ρητορικής | ρητορικού |
| Αιτιατική | ρητορικό | ρητορική | ρητορικό |
| Κλητική | ρητορικέ | ρητορική | ρητορικό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | ρητορικοί | ρητορικές | ρητορικά |
| Γενική | ρητορικών | ρητορικών | ρητορικών |
| Αιτιατική | ρητορικούς | ρητορικές | ρητορικά |
| Κλητική | ρητορικοί | ρητορικές | ρητορικά |
Ετυμολογία
- ρητορικός < ρητορ- (< ρήτορας) + -ικος
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɾi.tɔ.ɾi.ˈkɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ɾi.tɔ.ɾi.ˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ɾi.tɔ.ɾi.ˈkɔ/ ουδέτερο
Επίθετο
ρητορικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το ρήτορα ή τη ρητορεία
- που, στις περιπτώσεις του προφορικού λόγου, εκφράζεται έτσι, ώστε να προκαλεί εντύπωση