ρητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ρητός ρητή ρητό
γενική ρητού ρητής ρητού
αιτιατική ρητό ρητή ρητό
κλητική ρητέ ρητή ρητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρητοί ρητές ρητά
γενική ρητών ρητών ρητών
αιτιατική ρητούς ρητές ρητά
κλητική ρητοί ρητές ρητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ρητός < από τη ρίζα -ερ- τύπων του λέγω και του αγορεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɾi.ˈtɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ρητός, -ή, -ό

  1. που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια
    σου το απαγόρευσα ρητά
  2. (μαθηματικά) κάθε αριθμός που ανήκει στο σύνολο Q, δηλαδή που μπορεί να αποδοθεί με μορφή κλάσματος, αρκεί οι δύο όροι να είναι ακέραιοι αριθμοί και ο παρονομαστής να μην είναι το μηδέν
    Ο αριθμός \tfrac{3}{4} είναι ρητός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]