ριγώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ριγώ < αρχαία ελληνική ῥιγῶ
[
]
Ρήμα
ριγώ
- με πιάνει ρίγος, τρεμουλιάζω, ανατριχιάζω από κρύο, φόβο κτλ.