ριγώ
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ρήμα
1.2.1
Μεταφράσεις
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ριγώ
<
αρχαία ελληνική
ῥιγῶ
Ρήμα
ριγώ
με πιάνει
ρίγος
,
τρεμουλιάζω
,
ανατριχιάζω
από κρύο, φόβο κτλ.
Μεταφράσεις
αγγλικά
:
shiver
(en)
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
|
Ρήματα (ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος