ριζοσπάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ριζοσπάστης ριζοσπάστες
γενική ριζοσπάστη ριζοσπαστών
αιτιατική ριζοσπάστη ριζοσπάστες
κλητική ριζοσπάστη ριζοσπάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ριζοσπάστης < ρίζα + σπάω + -της, από το αγγλικό radical

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɾi.zɔ.ˈspa.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ριζοσπάστης αρσενικό

  1. αυτός που αρνείται το παρελθόν και υιοθετεί ή προτείνει κάτι το ριζικά καινούριο όσον αφορά την πολιτική και κοινωνική συγκρότηση

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]