ροή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ροή ροές
γενική ροής ροών
αιτιατική ροή ροές
κλητική ροή ροές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ροή < αρχαία ελληνική ῥοή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɾɔ.ˈi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ροή θηλυκό

  1. (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
  2. (φυσική) η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
  3. (γενικότερα) η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο
  4. η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
  5. (μεταφορικά) η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια
  6. (βιομηχανία) η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν

32πχ Μεταφράσεις[]