ροή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ροή | ροές |
| γενική | ροής | ροών |
| αιτιατική | ροή | ροές |
| κλητική | ροή | ροές |
[
]
Ετυμολογία
- ροή < αρχαία ελληνική ῥοή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ροή θηλυκό
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
- (φυσική) η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
- (γενικότερα) η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο
- η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
- (μεταφορικά) η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια
- (βιομηχανία) η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν