ρουλεμάν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ρουλεμάν < γαλλική roulement. Στη νέα ελληνική η αντίστοιχη λέξη είναι: κυλισιοτριβέας
Ουσιαστικό [
]
ρουλεμάν ουδέτερο άκλιτο
- εξάρτημα των μηχανών για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα ενός αντικειμένου (π.χ. στηρίζει τον άξονα ενός τροχού) και την ελάττωση της τριβής, το οποίο αποτελείται από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτύλιους με κυλιόμενες σφαίρες ή κυλίνδρους στο ενδιάμεσό τους διάστημα