ρωμαιοκαθολική
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
ρωμαιοκαθολική
- θηλυκό του ρωμαιοκαθολικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού