σάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σαλός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλος σάλοι
γενική σάλου σάλων
αιτιατική σάλο σάλους
κλητική σάλε σάλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σάλος < αρχαία ελληνική σάλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsa.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάλος αρσενικό

  1. ισχυρός κυματισμός της θάλασσας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θαλασσοταραχή
  2. (μεταφορικά) ο ευρύτατος, συνήθως αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναταραχή, σύγχυση, αναστάτωση
    Το ψέμα του όμως δεν κράτησε για καιρό και τώρα ξέσπασε σάλος για τη συγγραφική απάτη.

32πχ Μεταφράσεις[]