σάλπιγγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλπιγγα σάλπιγγες
γενική σάλπιγγας σαλπίγγων
αιτιατική σάλπιγγα σάλπιγγες
κλητική σάλπιγγα σάλπιγγες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σάλπιγγα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈsal.pi.ga/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σάλπιγγα θηλυκό

  1. (μουσική) μεγάλο μακρόστενο μουσικό πνευστό όργανο χωρίς τρύπες
  2. (ανατομία) μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες