σάλπιγγα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σάλπιγγα | σάλπιγγες |
| γενική | σάλπιγγας | σαλπίγγων |
| αιτιατική | σάλπιγγα | σάλπιγγες |
| κλητική | σάλπιγγα | σάλπιγγες |
[
]
Ετυμολογία
- σάλπιγγα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈsal.pi.ga/
[
]
Ουσιαστικό
σάλπιγγα θηλυκό
- (μουσική) μεγάλο μακρόστενο μουσικό πνευστό όργανο χωρίς τρύπες
- (ανατομία) μέρος των γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συνδέει μια ωοθήκη με τη μήτρα
[
] Εκφράσεις
- σάλπιγγα του Γαβριήλ (γνωστή και ως τρομπέτα του Τορρικέλι): ένα θεωρητικό μαθηματικό σχήμα επιφάνειας άπειρου εμβαδού και περιορισμένου όγκου
- ευσταχιανή σάλπιγγα: αγωγός που συνδέει το μέσο αυτί με το ρινοφάρυγγα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ανατομία