σάλτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλτσα σάλτσες
γενική σάλτσας σαλτσών
αιτιατική σάλτσα σάλτσες
κλητική σάλτσα σάλτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σάλτσα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάλτσα θηλυκό

  1. παχύρρευστο μαγειρικό παρασκεύασμα από λάδι, ντομάτα ή κρέμα γάλακτος και άλλα υλικά που περιχύνεται πάνω από φαγητό
  2. (μεταφορικά) σχήματα λόγου και περίτεχνες διατυπώσεις, που χρησιμεύουν ως εισαγωγή και συχνά χρησιμοποιούνται για να εξωραΐσουν μια κατάσταση
    άσε τις πολλές σάλτσες και μπες στην ουσία

32πχ Μεταφράσεις[]