σάπιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σάπιος < μεσαιωνική ελληνική σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπω
Προφορά[
]
Επίθετο [
]
σάπιος, -ια, -ιο
- (για οργανική ύλη) που έχει αποσυντεθεί
- (για άλλα υλικά) διαβρωμένος
- (μεταφορικά) διεφθαρμένος