σάστισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάστισμα σαστίσματα
γενική σαστίσματος σαστισμάτων
αιτιατική σάστισμα σαστίσματα
κλητική σάστισμα σαστίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σάστισμα < σαστίζω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάστισμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του σαστίζω


32πχ Μεταφράσεις[]