σέλινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Celery 1.jpg
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σέλινο σέλινα
γενική σέλινου σέλινων
αιτιατική σέλινο σέλινα
κλητική σέλινο σέλινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σέλινο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsɛ.li.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σέλινο ουδέτερο

  1. το φυτό Apium graveolens, που χρησιμοποιείται ως μυρωδικό στη μαγειρική
    φασολάδα χωρίς σέλινο και καρότο δεν έχει νοστιμιά

32πχ Μεταφράσεις[]