σίφουνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σίφουνας < αρχαία ελληνική σίφων
[
]
Ουσιαστικό
σίφουνας αρσενικό
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
- (μεταφορικά) φοβερά γρήγορος
[
]
Δείτε επίσης
- σίφουνας στη Βικιπαίδεια
