σαββατοκύριακο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαββατοκύριακο σαββατοκύριακα
γενική σαββατοκύριακου σαββατοκύριακων
αιτιατική σαββατοκύριακο σαββατοκύριακα
κλητική σαββατοκύριακο σαββατοκύριακα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαββατοκύριακο < Σάββατο + Κυριακή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ΔΦΑ : /sa.va.tɔ.ˈci.ɾʝa.kɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαββατοκύριακο ουδέτερο

το Σαββατοκύριακο θα πάμε στην εξοχή

32πχ Μεταφράσεις[]