σαβούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαβούρα σαβούρες
γενική σαβούρας σαβούρων
αιτιατική σαβούρα σαβούρες
κλητική σαβούρα σαβούρες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαβούρα < λατινική saburra

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαβούρα

  1. το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) προκειμένου ν΄ αυξηθεί η ευστάθειά τους
  2. (μεταφορικά) κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
    το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα
    προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει
  3. (μεταφορικά-υβριστικά) για άτομο κακής πάστας (ειδικότερα για γυναίκες)
    σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες