σαβούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαβούρα σαβούρες
γενική σαβούρας σαβούρων
αιτιατική σαβούρα σαβούρες
κλητική σαβούρα σαβούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαβούρα < λατινική saburra

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαβούρα

  1. το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν΄ αυξηθεί η ευστάθειά τους
  2. (μεταφορικά) κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
    το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα
    προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει
  3. (μεταφορικά-υβριστικά) για άτομο κακής πάστας (ειδικότερα για γυναίκες)
    σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα
  4. τροφή κακής ποιότητας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]