σαβούρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαβούρα | σαβούρες |
| γενική | σαβούρας | σαβούρων |
| αιτιατική | σαβούρα | σαβούρες |
| κλητική | σαβούρα | σαβούρες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
σαβούρα
- το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) προκειμένου ν΄ αυξηθεί η ευστάθειά τους
- (μεταφορικά) κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν
- το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα
- προτιμώ να πάω εγώ για ψώνια γιατί αυτός μόνο σαβούρες πάει και φέρνει
- (μεταφορικά-υβριστικά) για άτομο κακής πάστας (ειδικότερα για γυναίκες)
- σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα