σαδισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαδισμός σαδισμοί
γενική σαδισμού σαδισμών
αιτιατική σαδισμό σαδισμούς
κλητική σαδισμέ σαδισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαδισμός < από το όνομα του μαρκήσιου Ντε Σαντ (de Sade)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαδισμός αρσενικό

  1. το να απολαμβάνει κανείς να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό στους άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]