σαδισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαδισμός σαδισμοί
γενική σαδισμού σαδισμών
αιτιατική σαδισμό σαδισμούς
κλητική σαδισμέ σαδισμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαδισμός < από το όνομα του μαρκήσιου Ντε Σαντ (de Sade)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαδισμός αρσενικό

  1. το να απολαμβάνει κανείς να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό στους άλλους

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες