σαλάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαλάτα σαλάτες
γενική σαλάτας σαλατών
αιτιατική σαλάτα σαλάτες
κλητική σαλάτα σαλάτες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαλάτα < (βενετική) salata < (λατινικά) sal (=αλάτι)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /sa.ˈla.ta/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαλάτα θηλυκό

  1. συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ
    ποιος θα κόψει τη σαλάτα;
  2. πολτώδες ορεκτικό όπως η μελιτζανοσαλάτα, η ρώσικη κλπ
  3. (μεταφορικά) κατάσταση πολύ μπερδεμένη

[] Εκφράσεις

  • τα έκανα σαλάτα: αντί να διορθώσω μια κατάσταση την έκανα χειρότερη, πιο μπερδεμένη

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Υπώνυμα

κλπ

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες