σαμπρέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαμπρέλα σαμπρέλες
γενική σαμπρέλας σαμπρελών
αιτιατική σαμπρέλα σαμπρέλες
κλητική σαμπρέλα σαμπρέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαμπρέλα < γαλλική chambre à air με τροπή του δεύτερου r σε l
ξεφούσκωτη και διπλωμένη σαμπρέλα ποδηλάτου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαμπρέλα θηλυκό

  1. κυκλικός σωλήνας από καουτσούκ που τοποθετείται στο εσωτερικό ενός ελαστικού αυτοκινήτου ή άλλου οχήματος και φουσκώνεται με αέρα· ο αεροθάλαμος
  2. σφαιρικού σχήματος αεροθάλαμος που τοποθετείται στο εσωτερικό μιας μπάλας ποδοσφαίρου (ή βόλεϊ κλπ) και φουσκώνεται με αέρα

32πχ Μεταφράσεις[]