σαμπρέλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαμπρέλα | σαμπρέλες |
| γενική | σαμπρέλας | σαμπρελών |
| αιτιατική | σαμπρέλα | σαμπρέλες |
| κλητική | σαμπρέλα | σαμπρέλες |
Ετυμολογία [
]
- σαμπρέλα < γαλλική chambre à air με τροπή του δεύτερου r σε l
Ουσιαστικό [
]
σαμπρέλα θηλυκό
- κυκλικός σωλήνας από καουτσούκ που τοποθετείται στο εσωτερικό ενός ελαστικού αυτοκινήτου ή άλλου οχήματος και φουσκώνεται με αέρα· ο αεροθάλαμος
- σφαιρικού σχήματος αεροθάλαμος που τοποθετείται στο εσωτερικό μιας μπάλας ποδοσφαίρου (ή βόλεϊ κλπ) και φουσκώνεται με αέρα