σαρκάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαρκάζω < αρχαία ελληνική σαρκάζω < σάρκα + (παραγωγική κατάληξη) "-άζω"

Open book 01.svg Ρήμα []

σαρκάζω

  1. ειρωνεύομαι σκληρά κάποιον ή κάτι, πχ κάνοντας έντονους μορφασμούς
  2. σατιρίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []