σαρκαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαρκαστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sarcastique · σαρκασμός + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

σαρκαστικός -ή, -ό

  1. που σαρκάζει, που εκφράζεται με σαρκασμό


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]