σαρκικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σαρκικός σαρκική σαρκικό
γενική σαρκικού σαρκικής σαρκικού
αιτιατική σαρκικό σαρκική σαρκικό
κλητική σαρκικέ σαρκική σαρκικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαρκικοί σαρκικές σαρκικά
γενική σαρκικών σαρκικών σαρκικών
αιτιατική σαρκικούς σαρκικές σαρκικά
κλητική σαρκικοί σαρκικές σαρκικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαρκικός < ελληνιστική κοινή < σάρξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /saɾ.ci.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /saɾ.ci.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /saɾ.ci.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

σαρκικός, -ή, -ό

σαρκικές ηδονές

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]