σασί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σασί | σασιά |
| γενική | σασιού | σασιών |
| αιτιατική | σασί | σασιά |
| κλητική | σασί | σασιά |
[
]
Ετυμολογία
- σασί < γαλλική châssis
[
]
Ουσιαστικό
σασί ουδέτερο, άκλιτο