σαφής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | σαφής | σαφής | σαφές |
| γενική | σαφούς | σαφούς | σαφούς |
| αιτιατική | σαφή | σαφή | σαφές |
| κλητική | σαφή(ς) | σαφής | σαφές |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
| γενική | σαφών | σαφών | σαφών |
| αιτιατική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
| κλητική | σαφείς | σαφείς | σαφή |
[
]
Ετυμολογία
- σαφής < αρχαία ελληνική σαφής
[
]
Επίθετο
σαφής, -ής, -ές
- που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία
- Οι τρεις γενικοί γραμματείς του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας θα παραμείνουν στις θέσεις τους- δεν πρόκειται να αντικατασταθούν! Αυτή τη σαφή διαβεβαίωση τους έδωσε ο υπουργός ... (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Οκτωβρίου 2010)
- που χαρακτηρίζεται από διαυγή αντίληψη της πραγματικότητας και βεβαιότητα
- πολλοί χρήστες του διαδικτύου δεν έχουν σαφή αντίληψη για τους πιθανούς κινδύνους στις συναλλαγές τους
- ευδιάκριτος, φανερός, καλά αντιληπτός
- Eκτός απ τους δύο κλιβάνους που ανάγονται σε διαφορετικές εποχές, βρέθηκε τμήμα του πλινθοστρωμένου δαπέδου με σαφή ίχνη πυράς. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Ιουλίου 1995)