σαύρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- σαύρα < αρχαία ελληνική σαύρα
Ουσιαστικό
σαύρα θηλυκό
- (ζωολογία) είδος τετράποδου ερπετού
Πίνακας περιεχομένων |
σαύρα θηλυκό