σβάστικα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σβάστικα | σβάστικες |
| γενική | σβάστικας | |
| αιτιατική | σβάστικα | σβάστικες |
| κλητική | σβάστικα | σβάστικες |
Ετυμολογία [
]
- σβάστικα < σανσκριτικό स्वस्तिक (svastika: σύμβολο καλής τύχης, ειρήνης και ευημερίας) < svasti (= ευτυχία) < su (= καλώς) + asti (= είναι).
Ουσιαστικό [
]
σβάστικα θηλυκό
- ο αγκυλωτός σταυρός: ισοσκελής σταυρός με τους τέσσερις βραχίονες λυγισμένους ή προεκταμένους σε ορθή γωνία και κατά την ίδια φορά περιστροφής. Συνήθως, η λέξη σβάστικα αναφέρεται στον δεξιόστροφο αγκυλωτό σταυρό (卐), ενώ ο αριστερόστροφος (卍) λέγεται σωβάστικα. Τον 20ό αιώνα η σβάστικα χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της ναζιστικής Γερμανίας με αποτέλεσμα τόσο η λέξη όσο και το σύμβολο να φορτιστούν με τις αρνητικές σημασίες του φασισμού, του αντισημιτισμού κ.α.
- Η σβάστικα είναι από τα πιο παρεξηγημένα σύμβολα στην ιστορία.