σβέρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ος οι
γενική ου ων
αιτιατική ο ους
κλητική ε οι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σβέρκος < αλβανική zverk

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

σβέρκος αρσενικό

  1. το πίσω μέρος του λαιμού

Εκφράσεις []

  • μας κάθισε στο σβέρκο: μας εξουσιάζει, μας τυραννάει
  • ψωνίσαμε από σβέρκο: λέγεται ειρωνικά για να δηλώσει τη χαμηλή μας εκτίμηση για ένα πρόσωπο ή την απαισιοδοξία μας για την έκβαση μιας υπόθεσης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []


32πχ Μεταφράσεις []