σβέρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σβέρκος σβέρκοι
γενική σβέρκου σβέρκων
αιτιατική σβέρκο σβέρκους
κλητική σβέρκε σβέρκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σβέρκος < αλβανική zverk

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈzvɛr.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σβέρκος αρσενικό

  1. το πίσω μέρος του λαιμού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Εκφράσεις[]

  • μας κάθισε στο σβέρκο: μας εξουσιάζει, μας τυραννάει
  • ψωνίσαμε από σβέρκο: λέγεται ειρωνικά για να δηλώσει τη χαμηλή μας εκτίμηση για ένα πρόσωπο ή την απαισιοδοξία μας για την έκβαση μιας υπόθεσης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]