σεισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σεισμός | σεισμοί |
| γενική | σεισμού | σεισμών |
| αιτιατική | σεισμό | σεισμούς |
| κλητική | σεισμέ | σεισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- σεισμός < αρχαία ελληνική σεισμός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σεισμός αρσενικό
- δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση των πετρωμάτων του φλοιού της Γης
- (μεταφορικά) μεγάλη αναταραχή ή αντίδραση
-
- πολιτικός σεισμός ταράζει το κοινοβούλιο της χώρας
-
[
] Εκφράσεις
- δίνω σεισμούς : παράγω σεισμούς
- σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί : για φυσικές καταστροφές που συμβαίνουν στο ίδιο ή σε κοντινό χρονικό διάστημα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
σεισμός
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεισμός | σεισμώ | σεισμοί |
| Γενική | σεισμοῦ | σεισμοῖν | σεισμῶν |
| Δοτική | σεισμῷ | σεισμοῖν | σεισμοῖς |
| Αιτιατική | σεισμόν | σεισμώ | σεισμούς |
| Κλητική | σεισμέ | σεισμώ | σεισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- σεισμός < σείω
[
]
Ουσιαστικό
σεισμός αρσενικό