σεισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σεισμός σεισμοί
γενική σεισμού σεισμών
αιτιατική σεισμό σεισμούς
κλητική σεισμέ σεισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεισμός < αρχαία ελληνική σεισμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεισμός αρσενικό

  1. δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση των πετρωμάτων του φλοιού της Γης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εγκέλαδος
    οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν αναστωμένοι από τα σπίτια τους, όταν σημειώθηκε ο ισχυρός σεισμός των 7,4 Ρίχτερ
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναταραχή ή αντίδραση
    πολιτικός σεισμός ταράζει το κοινοβούλιο της χώρας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δίνω σεισμούς : παράγω σεισμούς
  • σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί : για φυσικές καταστροφές που συμβαίνουν στο ίδιο ή σε κοντινό χρονικό διάστημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σεισμός σεισμώ σεισμοί
Γενική σεισμοῦ σεισμοῖν σεισμῶν
Δοτική σεισμ σεισμοῖν σεισμοῖς
Αιτιατική σεισμόν σεισμώ σεισμούς
Κλητική σεισμέ σεισμώ σεισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεισμός < σείω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεισμός αρσενικό