σελίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σελίδα | σελίδες |
| γενική | σελίδας | σελίδων |
| αιτιατική | σελίδα | σελίδες |
| κλητική | σελίδα | σελίδες |
[
]
Ετυμολογία
- σελίδα< αρχαία ελληνική σελίς
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σελίδα θηλυκό
- καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι
- απομίμηση μιας αληθινής σελίδας στην οθόνη του υπολογιστή
- (διαδίκτυο) αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογιστή και περιέχει σταθερές ή κινούμενες εικόνες, κείμενο, ήχο, γραφικά κ.λπ.
[
] Εκφράσεις
- αλλάζω / γυρίζω σελίδα: αλλάζω συμπεριφορά και διάθεση
- ανοίγω νέα σελίδα: αρχίζω κάτι νέο
- αντικρυστές σελίδες: δύο σελίδες, η μία απέναντι στην άλλη
- μελανή / μαύρη σελίδα: δυσάρεστο γεγονός ή χρονική περίοδος
- χρυσή σελίδα: ευχάριστο γεγονός ή ένδοξη χρονική περίοδος
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
σελίδα
|
|