σενάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σενάριο σενάρια
γενική σεναρίου σεναρίων
αιτιατική σενάριο σενάρια
κλητική σενάριο σενάρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σενάριο < από το ιταλικό scenario < λατ. scenarium < scena | scaena = ελλ. σκηνή.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σενάριο ουδέτερο

  1. το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής (ή τηλεοπτικής) ταινίας
    Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.
  2. κατά προέκταση, η τέχνη της σεναριογραφίας
    Σπουδάζει σενάριο στη Νέα Υόρκη.
  3. η υπόθεση, η πλοκή, ο μύθος λογοτεχνικού, θεατρικού, αλλά κυρίως κινηματογραφικού έργου
    Ο λόγος του συγγραφέα είναι καθαρός, το σενάριο όμως αρκετά μπερδεμένο.
  4. μεταφορικά, το ψεύδος και η παραπληροφόρηση
    Ο υπουργός διέψευσε τα σενάρια περί διαφθοράς.

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες