σηκώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σηκώνομαι < παθητική φωνή του σηκώνω

[] Open book 01.svg Ρήμα

σηκώνομαι, παρατ.: σηκωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα σηκωθώ, αόρ.: σηκώθηκα , μτχ.π.π.: σηκωμένος

  1. παύω να βρίσκομαι στην οριζόντια ή καθιστή στάση ώστε να σταθώ όρθιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εγείρομαι
  2. (για μαθητή του σχολείου) πηγαίνω από το θρανίο μου στην έδρα ή στον πίνακα για να εξεταστώ στο μάθημα

[] Εκφράσεις

  • (χυδαίο) μου σηκώνεται: έχω στύση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες