σηκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σηκώνω < μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < αρχαία ελληνική σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο)

Open book 01.svg Ρήμα[]

σηκώνω

  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω
    οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν
    σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε
    σήκωσε από κάτω τη μπάλα και την έριξε στο καλάθι
    ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι
    τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται
  3. (κατ’ επέκταση) αντέχω, ανέχομαι
    δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια
    το τροφοδοτικό δεν σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δεν λειτουργούσε καλά
  4. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου
    • κάνω ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό
      θα σηκώσω 500€ από το ATM
    • κλέβω
      μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι

Εκφράσεις[]

  • σηκώνω το τραπέζι: μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι μετά το φαγητό
  • σηκώνω (το) χέρι (σε κάποιον): χτυπάω ή απειλώ να χτυπήσω (κάποιον)
  • σηκώνω το χέρι: ζητάω το λόγο, ζητάω να μιλήσω
  • σηκώνω κεφάλι: σταματάω να υπακούω
  • δε σηκώνω κεφάλι: κάνω κάτι χωρίς περισπασμούς
  • (ανα)σηκώνω τους ώμους: για ένδειξη άγνοιας ή αδιαφορίας

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]