σημάδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημάδι | σημάδια |
| Γενική | σημαδιού | σημαδιών |
| Αιτιατική | σημάδι | σημάδια |
| Κλητική | σημάδι | σημάδια |
Ετυμολογία
- σημάδι < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
σημάδι ουδέτερο
- κάτι που φανερώνει, (σημαίνει ή προσημαίνει) κάτι άλλο
- μόνιμη (συνήθως) αλλαγή στην όψη ενός πράγματος