σημαδεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
σημαδεύω, παρατ.: σημάδευα, στιγμ. μέλλ.: θα σημαδέψω, αόρ.: σημάδεψα , παθ.φωνή: σημαδεύομαι , μτχ.π.π.: σημαδεμένος
- χαράζω ή τυπώνω ένα χαρακτηριστικό σημάδι πάνω σε κάτι, για να μπορώ να το αναγνωρίσω αργότερα
- βάζω κάτι στο σημάδι μου, προσπαθώ να το πετύχω με βολή