σημιτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημιτισμός σημιτισμοί
γενική σημιτισμού σημιτισμών
αιτιατική σημιτισμό σημιτισμούς
κλητική σημιτισμέ σημιτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σημιτισμός < Σημίτης < γαλλική sémite < μεσαιωνική λατινική Sem < ελληνιστική κοινή Σήμ < εβραϊκή, שם (Šēm, γιος του Nώε)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σημιτισμός αρσενικό

  • η επίδραση που άσκησε η εβραϊκή γλώσσα στην ελληνική γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, επίδραση που διαπιστώνεται κυρίως στην παρουσία μεταφραστικών δανείων σε λέξεις ή εκφράσεις καθώς και στην υιοθέτηση από την ελληνική συντακτικών σχημάτων χαρακτηριστικών της σημιτικής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]