σιδηρουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδηρουργός σιδηρουργοί
γενική σιδηρουργού σιδηρουργών
αιτιατική σιδηρουργό σιδηρουργούς
κλητική σιδηρουργέ σιδηρουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιδηρουργός < ελληνιστική κοινή < σίδηρος + -ουργός (<ἔργον)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /si.ði.ɾuɾ.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σιδηρουργός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]