σιδηρουργός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηρουργός | σιδηρουργοί |
| Γενική | σιδηρουργού | σιδηρουργών |
| Αιτιατική | σιδηρουργό | σιδηρουργούς |
| Κλητική | σιδηρουργέ | σιδηρουργοί |
Ετυμολογία
- σιδηρουργός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
σιδηρουργός αρσενικό
- τεχνίτης που ειδικεύεται στην κατασκευή σιδερένιων και γενικότερα μεταλλικών αντικειμένων