σκάβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκάβω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

σκάβω

  1. βγάζω σιγά-σιγά κομμάτια από το έδαφος
    σκάβω για να βρω το χαμμένο θησαυρό
  2. (μεταφορικά) βγάζω σιγά-σιγά κομμάτια από κάτι
    βάζε την κρέμα σου, αλλιώς η ακμή θα σου σκάψει το πρόσωπο

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]