σκάκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- σκάκι < (ιταλικά) scacco
Ουσιαστικό
σκάκι ουδέτερο
- επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε παίκτης έχει 16 πιόνια και νικητής είναι αυτός που θα απειλήσει τον αντίπαλο βασιλιά σε θέση τέτοια ώστε να μην μπορεί να αποφύγει την αιχμαλωσία (ρουά-ματ)
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
- σκάκι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
σκάκι
|
|